Επιχειρήσεις με κανόνες και όχι ηθικολογία

Οταν ο Μαξ Βέμπερ έγραφε πριν από εκατό χρόνια για την ηθική του καπιταλισμού, πίστευε ότι ο επιχειρηματίας πρέπει να δουλεύει σκληρά, να είναι ολιγαρκής και όλα τα κέρδη να τα επενδύει ξανά στην ανάπτυξη αντί να τα σπαταλά για να φουσκώνει τη ματαιοδοξία του. Με το καλβινιστικό αυτό πρότυπο η ανερχόμενη αστική τάξη εναντιώθηκε στη χλιδή και στη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας, ενώ ταυτόχρονα η εξάπλωση της απασχόλησης και των αμοιβών της εργατικής τάξης εξασθένισε τα κίνητρα για τη βίαιη ανατροπή του καπιταλισμού και σταδιακά οδήγησε στη δημιουργία των μικρομεσαίων στρωμάτων και στη σταθερότητα του συστήματος.
Η ηθικολογία του προτεσταντισμού δεν μπόρεσε όμως να επιβάλει για πολύ καιρό τις αρετές της φειδούς και να χαλιναγωγήσει τους επιχειρηματίες από την προκλητική συσσώρευση πλούτου, την πολυτελή κατανάλωση και τις αθέμιτες πρακτικές για να τα πετύχουν πιο γρήγορα και πιο επιδεικτικά. Χρειάστηκε η κατάρρευση του 1929 για να μπουν κανόνες στους «ληστρικούς μεγιστάνες» της Αμερικής, και η καταστροφή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για να αναδειχθεί η ευθύνη απέναντι στην κοινωνία ως βασικό κριτήριο επιχειρηματικής δράσης στις ευρωπαϊκές χώρες.

Και πάλι όμως η απληστία της κερδοφορίας γινόταν κυρίαρχη με κάθε ευκαιρία, όπως συχνά συνέβη τις τελευταίες δύο δεκαετίες με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Ουσιαστικά, ήταν μετά το 2000 που άρχισαν οι κυβερνήσεις να ανησυχούν για τις ακρότητες των επιχειρηματικών πρακτικών και να θέτουν ζητήματα ελέγχου και εποπτείας για την προστασία των μετόχων και των πολιτών.

Ετσι διαμορφώθηκε το πλαίσιο «Εταιρικής Διακυβέρνησης» που υιοθετήθηκε μεν από αρκετές επιχειρήσεις, αλλά στην πράξη απεδείχθη περισσότερο θεσμική γυμναστική παρά ουσιαστική διαδικασία επιβολής κανόνων. Τη χαλαρότητα την πλήρωσαν ξανά οι κοινωνίες με την κρίση του 2008, όταν υψηλόβαθμα στελέχη και διοικήσεις επιχειρήσεων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών είχαν αναστείλει κάθε έλεγχο στη χορήγηση δανείων για να καρπώνονται τα «μπόνους» που ήταν συνδεδεμένα με τον κύκλο εργασιών τους. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα η επέκταση ήταν εικονική με το στήσιμο «ψευδοεπιχειρήσεων» υπό τον έλεγχο των ίδιων που χορηγούσαν τα δάνεια.
Είναι βέβαιο ότι πολλοί θα σπεύσουν να ταυτίσουν αυτές τις πρακτικές συλλήβδην με την επιχειρηματικότητα για να δικαιολογήσουν το μένος εναντίον της και να προωθήσουν τον κρατισμό ως δήθεν εγγύηση έναντι της ιδιωτικής απληστίας. Στην πράξη βέβαια, η επιχειρηματική δραστηριότητα του κράτους οδηγεί σε πολύ μεγαλύτερη αδιαφάνεια, αφού οι διοικήσεις και τα ελεγκτικά όργανα ορίζονται από την ίδια κυβέρνηση, όπως κάμποσες φορές είδαμε να συμβαίνει στην Ελλάδα με τα αλόγιστα δάνεια, τα συντεχνιακά προνόμια, τα υπέρογκα ελλείμματα και την κομματική αφαίμαξη των ΔΕΚΟ από πολιτευτές και παρατρεχάμενους. Για να γλιτώσει η επιχειρηματικότητα τόσο από την ιδιωτική απληστία όσο και την επέλαση του κρατισμού, υπάρχουν μερικοί πρακτικοί κανόνες που μπορούν να βελτιώσουν το σημερινό πλαίσιο:

Πρώτον, ο μη διαχωρισμός ατομικής και εταιρικής περιουσίας στην κάλυψη υποχρεώσεων και αποζημιώσεων όταν η επιχείρηση πτωχεύει. Οταν - παρά τις καλβινιστικές συμβουλές του Μαξ Βέμπερ - τα κέρδη διοχετεύονται στον ατομικό πλουτισμό, είναι αθέμιτο τα αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία να μη ρευστοποιούνται και για τις ζημιές όσων αγνοούσαν τις πράξεις τους.

Δεύτερον, η ριζική επανεξέταση των θεμάτων απόδοσης και αμοιβών των υψηλόβαθμων στελεχών που με τις αποφάσεις τους καθοδηγούν την πορεία της εταιρείας. Αντί να χρησιμοποιούνται πολύπλοκα κριτήρια αξιολόγησης, θα ήταν προτιμότερη η θέσπιση περιουσιακών δεσμεύσεων στα ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων και τραπεζών. Για παράδειγμα, αν έλαβαν μετοχές της εταιρείας ως μέρος της αμοιβής τους (stock options), να απαγορεύεται η ρευστοποίηση επί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή τους, για να υποστούν και αυτοί τις συνέπειες των ζημιογόνων επιλογών που θα «σκάσουν» αφού φύγουν. Επίσης, η αμφίδρομη σχέση μπόνους-μάλους στις αμοιβές των διοικητικών στελεχών ανάλογα με την καλή ή κακή πορεία της επιχείρησης.

Τρίτον, όσον αφορά ειδικά τις τράπεζες, ο διαχωρισμός με «σινικά τείχη» επενδυτικής και αποταμιευτικής λειτουργίας και η συνεχής πληροφόρηση μετόχων και καταθετών για το ρίσκο που έχουν οι τοποθετήσεις των περιουσιακών τους στοιχείων από τη διοίκηση. Η νέα εποπτική αρχή τραπεζών που δημιουργείται στην ευρωζώνη είναι το κατάλληλο πλαίσιο για να τεθούν και να εφαρμοστούν αυστηρότεροι κανόνες, με την εγρήγορση των εθνικών επιτροπών κεφαλαιαγοράς και Κεντρικής Τράπεζας. Αν διαπιστωθεί ολιγωρία των αρμόδιων εποπτικών αρχών, εφαρμόζεται και σε αυτές το κριτήριο μείωσης αμοιβών όσων είχαν την ευθύνη να ελέγχουν και δεν το έπραξαν.

Ο συνδυασμός έγκαιρων ελέγχων και αυστηρών κυρώσεων στην προσωπική περιουσία των υπευθύνων ίσως τελικά αποβεί πολύ πιο αποτελεσματικός από πολλές ηθικολογίες, θρησκευτικές ή πολιτικές. Θα προφυλάξει επίσης όσες επιχειρήσεις προσπαθούν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν τηρώντας τους κανόνες, και συχνά λοιδορούνται ή ταυτίζονται με όσες τους παραβιάζουν.

ΠΗΓΗ: TO BHMA (22/12/2012)
Του κ. Ν. Χριστοδουλάκη καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.