Εξελίξεις ως προς την απασχόληση και τις κοινωνικές προκλήσεις

Η σημαντική αύξηση της ένδειας μεταξύ των ατόμων σε ηλικία εργασίας είναι μία από τις πλέον απτές κοινωνικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Η σταδιακή μείωση της ανεργίας μπορεί να μην αρκεί για να αλλάξει η κατάσταση, εάν συνεχιστεί η μισθολογική πόλωση, ιδίως λόγω της αύξησης της μερικής απασχόλησης. Αυτό είναι ένα από τα κύρια πορίσματα της επισκόπησης σχετικά με τις εξελίξεις στην απασχόληση και τις κοινωνικές προκλήσεις στην Ευρώπη για το 2013 , η οποία εγκύπτει επίσης στον ευεργετικό αντίκτυπο των κοινωνικών παροχών επί της πιθανότητας επανόδου στην απασχόληση, τις συνέπειες των επίμονων ανισορροπιών μεταξύ των φύλων, και την κοινωνική διάσταση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, η ανάληψη εργασίας μπορεί όντως να βοηθήσει τα άτομα να ξεφύγουν από τη μέγγενη της φτώχειας, αλλά μόνο στις μισές περιπτώσεις. Μεγάλο ρόλο παίζουν το είδος της εξευρεθείσας εργασίας, η σύνθεση του νοικοκυριού και η εργασιακή κατάσταση του οικογενειακού εταίρου.

Θετικός αντίκτυπος των παροχών ανεργίας και των κοινωνικών παροχών.

Η επισκόπηση επίσης περιλαμβάνει μια ανάλυση που αποδεικνύει ότι, σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη, οι δικαιούχοι επιδόματος ανεργίας είναι πιθανότερο να βρουν μια θέση εργασίας σε σχέση με τα άτομα που δεν λαμβάνουν καθόλου παροχές (όταν οι άλλοι παράγοντες είναι αμετάβλητοι). Αυτό ισχύει ειδικότερα στην περίπτωση καλά σχεδιασμένων συστημάτων παροχών (όπως είναι τα συστήματα που μειώνουν το επίπεδο των παροχών με την πάροδο του χρόνου), που συνοδεύονται από τις κατάλληλες προϋποθέσεις, όπως είναι η υποχρέωση αναζήτησης εργασίας. Τα εν λόγω συστήματα τείνουν να υποστηρίζουν καλύτερα την αντιστοίχιση δεξιοτήτων και, ως εκ τούτου, την ανάληψη θέσεων εργασίας υψηλότερης ποιότητας, οι οποίες με τη σειρά τους βοηθούν τα άτομα να εξέλθουν από τη φτώχεια.

Στην επισκόπηση επίσης υπογραμμίζεται ότι σε ορισμένες χώρες (π.χ. Πολωνία, Βουλγαρία) σημαντικά τμήματα του πληθυσμού δεν καλύπτονται από τα συνήθη δίκτυα ασφαλείας (παροχές ανεργίας, κοινωνική βοήθεια) και κατά κανόνα στηρίζονται στην οικογενειακή αλληλεγγύη ή στην αδήλωτη εργασία. Οι άνεργοι που δεν λαμβάνουν παροχές ανεργίας είναι λιγότερο πιθανό να βρουν δουλειά, διότι είναι και λιγότερο πιθανό να υπόκεινται σε μέτρα ενεργοποίησης και δεν υποχρεούνται να αναζητήσουν εργασία για να λάβουν παροχές.

Έμμονες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων.

Ακόμη και αν κατά την κρίση περιορίστηκαν ορισμένες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, που ανέκαθεν πλήττουν τις γυναίκες (σε μεγάλο βαθμό διότι οι συνέπειες της κρίσης έγιναν περισσότερο αισθητές σε ανδροκρατούμενους τομείς), οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων εξακολουθούν να υφίστανται ως προς τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τις αμοιβές και τον κίνδυνο της φτώχειας. Επιπλέον, οι γυναίκες τείνουν να εργάζονται συνολικά λιγότερες ώρες από ό,τι οι άνδρες και, αν και αυτό είναι δυνατόν να αντανακλά τις ατομικές προτιμήσεις τους, έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των ευκαιριών σταδιοδρομίας τους, την αμοιβή τους με χαμηλότερο μισθό και σύνταξη, την υποαπορρόφηση του ανθρώπινου κεφαλαίου και, κατά συνέπεια, τη μείωση της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας. Οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, ως εκ τούτου, προκαλούν τόσο οικονομικό όσο και κοινωνικό κόστος και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, κάθε φορά που οφείλονται σε κοινωνικά ή θεσμικά εμπόδια ή περιορισμούς.

Σε ορισμένα κράτη μέλη μπορούν να εντοπιστούν ορισμένες ειδοποιοί τάσεις όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων στις ώρες εργασίας: σε ορισμένες περιπτώσεις ένα υψηλό ποσοστό γυναικών εργάζεται αλλά σχετικά λιγότερες ώρες (για παράδειγμα στις Κάτω Χώρες, τη Γερμανία, την Αυστρία και το Ηνωμένο Βασίλειο), ενώ σε άλλες χώρες, η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία μπορεί να είναι χαμηλότερη, αλλά όταν απασχολούνται, τείνουν να εργάζονται σχετικά περισσότερες ώρες (πολλές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Ισπανία, Ιρλανδία). Μόνο μερικά κράτη μέλη (κυρίως οι Σκανδιναβικές και τις Βαλτικές χώρες) έχουν κατορθώσει να συνδυάζουν υψηλά ποσοστά απασχόλησης των γυναικών με περιορισμένες διαφορές μεταξύ των δύο φύλων ως προς τις ώρες εργασίας. Ένας αποτελεσματικός συνδυασμός πολιτικών φαίνεται να περιλαμβάνει την ισότητα στον χρόνο εργασίας, την ευρεία παροχή ευέλικτης εργασίας, κίνητρα για τον καταμερισμό της μη αμειβόμενης εργασίας μεταξύ του ζευγαριού, και φιλικές προς την απασχόληση, προσβάσιμες και οικονομικά προσιτές υπηρεσίες για τη φροντίδα των παιδιών με περισσότερες ώρες ημερήσιας φροντίδας.

Κοινωνική διάσταση της ΟΝΕ

Οι συνεχώς επιδεινούμενες διαφορές στις μακροοικονομικές εξελίξεις, την απασχόληση και τις κοινωνικές αποκλίσεις υπονομεύουν τους κύριους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζονται στις Συνθήκες, δηλαδή να επωφελούνται όλα τα μέλη της με την προώθηση της οικονομικής σύγκλισης και τη βελτίωση της ζωής των πολιτών στα κράτη μέλη. Στην τελευταία επισκόπηση φάνηκε πώς, από τα πρώτα κιόλας έτη ζωής του ευρώ, σπάρθηκαν οι σπόροι της τρέχουσας απόκλισης, καθώς η ανισόρροπη ανάπτυξη σε ορισμένα κράτη μέλη, με βάση το συσσωρευόμενο χρέος, το οποίο υποδαύλισαν τα χαμηλά επιτόκια και οι μαζικές εισροές κεφαλαίων, συνοδεύτηκε συχνά από απογοητευτικές εξελίξεις ως προς την παραγωγικότητα και προβλήματα ανταγωνιστικότητας.

Καθώς δεν διέθεταν πλέον την επιλογή της νομισματικής υποτίμησης, οι χώρες της ζώνης του ευρώ που προσπάθησαν να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους ως προς το κόστος έπρεπε να προβούν σε εσωτερική υποτίμηση (συγκράτηση μισθών και τιμών). Η πολιτική αυτή, ωστόσο, έχει τους περιορισμούς της και τις επιπτώσεις της, ιδίως όσον αφορά την αύξηση της ανεργίας και την κοινωνική ένδεια, και η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι το άνοιγμα της οικονομίας, η ανθεκτικότητα της εξωτερικής ζήτησης, και η παρουσία πολιτικών και επενδύσεων για την ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.