Πρώην «φιλοξενούμενοι εργάτες» διηγούνται

 7899281-STANDARD«Οι γονείς μας δεν μπορούσαν να μας επιτηρήσουν πολύ.»Οι γονείς μας δεν μπορούσαν να μας επιτηρήσουν πολύ, γιατί είχαν το εστιατόριό τους να φροντίσουν. Η γιαγιά μας είχε ήδη φύγει έναν χρόνο πριν. Οι γονείς μας δούλευαν μέχρι αργά. Περίπου όταν τελειώναμε εμείς το σχολείο εκείνοι άρχιζαν να δουλεύουν, οπότε εμείς ήμασταν μόνα. Πολλές φορές πηγαίναμε στο εστιατόριό μας στο «Συρτάκι» για να φάμε κάτι. Δεν είχε ούτε χρόνο να μαγειρέψει η μητέρα μας. Επειδή οι γονείς μας δούλευαν μέχρι πολύ αργά, ξενυχτούσαμε κι εμείς και το πρωί δυσκολευόμασταν να ξυπνήσουμε. Η δασκάλα είχε μάλιστα πει στη μητέρα μου: «το παιδί σας δεν συγκεντρώνεται στο σχολείο», πράγμα που ίσχυε. Απόστολος Κοτσιλινόπουλος

7899288-STANDARD«Είχαμε αποφασίσει να δουλέψουμε σκληρά» Αφού προσπαθούσαμε πάντα για το καλύτερο και είχαμε αποφασίσει να δουλέψουμε σκληρά, ψάξαμε και βρήκαμε ένα μαγαζί που ήταν προς πώληση, μαζί με σπίτι. Αυτό ήταν και το καλύτερο που μπορέσαμε να βρούμε. Το μαγαζί ήταν «Επιδιορθώσεις Ενδυμάτων». Με διερμηνέα, γιατί δεν μπορούσα να τα γράψω Γερμανικά, έδωσα ένα τεστ και πήρα άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος. Από τότε άρχισε η ζωή μας ν' αλλάζει προς το καλύτερο. Ο άνδρας μου όμως ήθελε να επιχειρήσει να κάνει κάτι που αποφέρει περισσότερα κέρδη, για να γυρίσουμε γρηγορότερα στην Ελλάδα. Αποφάσισε -κι εγώ συμφώνησα μαζί του- να ανοίξουμε ένα Ελληνικό εστιατόριο, που το βγάλαμε «Συρτάκι». Αυτό ήταν στο Obernkirchen. Μετακομίσαμε εκεί και μείναμε δύο χρόνια. Δεν πηγαίναμε όμως καλά. Κι έτσι γυρίσαμε ξανά στο Αννόβερο. Με αποτέλεσμα εγώ να ανοίξω πάλι ένα ραφείο και ο άνδρας μου να πάει στην παλιά του δουλειά ως Tischler (επιπλοποιός). Μαρίνα Κοτσιλινοπούλου

7899297-STANDARD«Στο εργοστάσιο αλλάζαμε βάρδιες» Στο εργοστάσιο αλλάζαμε βάρδιες: εγώ πήγαινα πρωινός και η σύζυγος το απόγευμα. Αναγκαίο κακό μπροστά στο συμφέρον. Είναι όλα πληρωμένα με ιδρώτα και με αίμα και με υπομονή. Γιατί μία γενιά θυσιάζεται για να περάσει η άλλη γενιά καλύτερα και πιο ευχάριστα. Χαράλαμπος Σιαφάκας

7899292-STANDARD«Άμα έκανες σωστά την δουλειά σου, σου έλεγαν dankeschön» Εγώ δούλευα με δύο Γερμανούς, οι οποίοι με βοηθούσαν και στην δουλειά και στην γλώσσα, αν δεν ήξερα κάτι, μου έδειχναν. Έγραφα τις λέξεις και κοίταζα με το λεξικό τι θα πουν. Άμα έκανες σωστά την δουλειά σου, σου έλεγαν «dankeschön» ακόμη κι αν ήταν μέσα στα καθήκοντά σου. Ό,τι έκανες σου έλεγαν ευχαριστώ! Θυμάμαι, κάθε μέρα όταν πήγαινες να πιάσεις εργασία, ο Vorarbeiter, ο προσωπάρχης, ερχόταν το πρωί να σε χαιρετήσει δια χειραψίας! Αυτή η χειραψία και η εγκάρδια καλημέρα σ' έφερνε πολύ κοντά στον άνθρωπο και στην δουλειά. Δεν σ' έβλεπε αφ' υψηλού. Ερχόταν, σου έλεγε «τι κάνεις, είσαι gesund (υγιής)»? Πολλές φορές στο δεύτερο εργοστάσιο, ερχόταν και το ίδιο το αφεντικό να σε χαιρετήσει δίπλα στην μηχανή: «Είσαι ευχαριστημένος; Bist Du zufrieden?» Τη θυμάμαι αυτή τη λέξη, έτσι την είχα μάθει. Στο δεύτερο εργοστάσιο μέναμε σε σπίτι της φίρμας μαζί με άλλα άτομα. Τέσσερεις μαζί -κι αυτοί Έλληνες- σ' ένα μεγάλο δωμάτιο. Είχαμε τέσσερα κρεβάτια και μία ντουλάπα και κοινή κουζίνα. Και μπάνιο έκανα στο εργοστάσιο. Άμα είχα ρεπό πήγαινα σε Έλληνες σε άλλες πόλεις για να δω και να συγκρίνω και ν' ανταλλάξουμε ιδέες. Ήθελα να δω άλλα μέρη και πώς περνάνε οι άλλοι. Αν εγώ είμαι σε καλύτερη δουλειά απ' αυτούς ή εκείνοι από μένα. Άλλη φορά πηγαίναμε βόλτες στην πόλη, στο βουνό, στο σταθμό... Έβλεπα βουνοπλαγιές ολόκληρες φυτεμένες με μηλιές, αχλαδιές, κερασιές και αμπέλια κατά γραμμάς και σε σκαλοπάτια. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση αυτό καθώς και η καθαριότητα. Charalambos Siafakas

Goethe-Institut Griechenland

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.