Στέλιος Μπουτάρης

Η επόμενη μέρα θέλει την Κυρ-Γιάννη στον παγκόσμιο οινικό χάρτη. Εκεί, στα πέρατα του κόσμου, άλλωστε βλέπει το μέλλον του ελληνικού κρασιού ο Στέλιος Μπουτάρης. Στη συζήτησή μας ξετυλίχθηκαν οι στόχοι της εταιρείας της οποίας ανέλαβε τα ηνία το 2004, η σημασία του terroir ως δρόμου για την τελειοποίηση του κρασιού, η αξία του να είσαι ενεργός πολίτης και σωστός επιχειρηματίας. Αυτό κι αν μετράει στις μέρες μας.

-Πώς βλέπετε τη χρονιά που έρχεται για το ελληνικό κρασί, θα κάνετε πρόβλεψη; 

Αυτό που έχει γίνει στο ελληνικό κρασί είναι μια βίαιη αναπροσαρμογή. Έχουν πέσει οι μάσκες. Η κατανάλωσή του δεν έχει πέσει συνολικά, μάλιστα μπορεί και να έχει αυξηθεί λίγο. Επιπλέον έχει μετακινηθεί βίαια στο σπίτι από εκεί που καταναλωνόταν στην ταβέρνα, στο καφέ, στο μπαρ και από μια μέση τιμή 5-6 ευρώ πήγε στα τρία. Και το σημαντικότερο: από το εμφιαλωμένο πήγαμε στο χύμα. Σίγουρα το 2012 ήταν χρονιά αναπροσαρμογής όμως οι παραγωγοί, όπως και όλοι οι Έλληνες, έχουν δυνατά αντανακλαστικά. Θεωρώ ότι σαν Έλληνες έχουμε σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Γίνονται τρελά πράγματα και όμως πληρώνονται οι φόροι, ενώ κάτι περπατάει: υπάρχει μεγάλη βελτίωση στη δημόσια διοίκηση. Για παράδειγμα, δουλεύω με τρεις δημόσιες υπηρεσίες, με το υπουργείο Γεωργίας, όπου βλέπω σημαντική βελτίωση στην επικοινωνία, με την εφορία που και εκεί είναι καλύτερα τα πράγματα, όπως και με το τελωνείο. Για το 2013 θεωρώ ότι το πρώτο εξάμηνο θα είναι επίσης πολύ δύσκολο. Αλλά πλέον πολλοί παραγωγοί έχουν κάνει τις αλλαγές που χρειάζονται, μείωση τιμών, μείωση κωδικών, στροφή στις εξαγωγές, καθώς εκεί υπάρχει ευκαιρία γιατί η κρίση έχει κάνει μεγάλο καλό στο ελληνικό κρασί. Οι Αμερικάνοι λένε there is no such thing as bad publicity. Όντας η Ελλάδα πρωτοσέλιδο σε όλο το κόσμο τα τελευταία δύο χρόνια, έχει δημιουργηθεί μια μεγάλη ζήτηση, κυρίως από δημοσιογράφους και διανομείς, στην προσπάθεια να ανακαλύψουν κάτι καλό. Το κρασί είναι ένα από αυτά. Συνεπώς υπάρχει μεγάλη βελτίωση στις εξαγωγές, που ακόμα δεν φαίνεται σε πραγματικά νούμερα, ωστόσο έχουν μπει οι βάσεις. Άρα θεωρώ ότι μετά το τέλος του 2013 θα είναι αρκετά καλύτερα.

-Σε παλιότερη συνέντευξή σας είχατε πει ότι οι μεγάλοι οινοποιοί ζουν στον κόσμο τους και ότι έχουν χάσει το τρένο. Έχετε αλλάξει γνώμη από τότε, από το τέλος του 2011;

 Οι μεγάλοι οινοποιοί, οι εταιρείες των 20-30 εκατομμυρίων που θέλουν παίξουν ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πολύ μικροί για να σταθούν στη διεθνή αγορά. Θα πρέπει να προχωρήσουν σε συνεργασίες και αυτό δεν θα γίνει πολύ εύκολα για τον απλούστατο λόγο ότι όλες οι οινοποιίες στην Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες επιχειρήσεις, είναι προσωποπαγείς. Αν δεν αλλάξει αυτό, αν δεν δημιουργηθεί ένας εθνικός πρωταθλητής να το πούμε έτσι, μια εταιρεία μεγάλη, που να έχει τη δυνατότητα να κάνει πράγματα στη διεθνή αγορά, τότε θα υπάρξουν προβλήματα για τις οινοποιίες. Πρέπει λοιπόν να δρομολογήσουν επιχειρηματικές κινήσεις διαφορετικές από παλιότερα. 

-Στο θέμα της βελτίωσης πόσο ρόλο παίζει ο παράγων terroir;

Έχω πει ότι καλά κρασιά γίνονται στο οινοποιείο, αλλά μεγάλα κρασιά γίνονται στο αμπέλι. Οι Έλληνες παραγωγοί τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεν έχουν επενδύσει σε αμπέλια εκτός από ελάχιστους. Την τελευταία τριετία έχουν αρχίσει να δίνουν έμφαση σε αυτό. Έτσι τα αμπέλια είναι ακόμα νέα και όταν θα έχουμε αμπελώνες 20-25 ετών, τότε θα δούμε πραγματικά αποτελέσματα για τα ελληνικά κρασιά. Δεν είναι τυχαίο ότι τα λευκά μας είναι καλύτερα από τα κόκκινα: είναι πιο άρτια τεχνολογικά γιατί στα λευκά κρασιά η τεχνολογία παίζει σημαντικότερο ρόλο από ότι στα κόκκινα, όπου ο σημαντικότερος παράγοντας είναι το αμπελοτόπι, το σωστό αμπέλι στο σωστό μέρος, δηλαδή το terroir. 

-Με τον Σιγάλα στη Σαντορίνη έχετε κατακτήσει το Ασύρτικο που σκίζει διεθνώς, ενώ τη Νάουσα την έχετε έτσι κι αλλιώς.

Έχετε "κυκλώσει" τα δύο δυνατά ελληνικά κρασιά λοιπόν, αυτό σημαίνει ότι στόχος σας είναι οι εξαγωγές;  Εκατό τοις εκατό! Εμείς κάνουμε ένα τζίρο τρία εκατομμύρια. Στόχος μας είναι το 2016 να κάνουμε έξι εκατομμύρια από τα οποία τα τρία να είναι στην Ελλάδα και τα άλλα τρία από το εξωτερικό. Αν σήμερα έχουμε εξαγωγές σε 15 χώρες, ο στόχος είναι μέχρι το 2018 να είμαστε σε τριάντα με σωστή διανομή και με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο άπλωμα των κωδικών.

 -Τι μηνύματα παίρνετε απ' έξω; 

Προς το παρόν οι εξαγωγές μας είναι μικρές, στο 15% του τζίρου, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια ανεβαίνουν με ρυθμό 50%. Υπάρχει ενδιαφέρον, αρέσει που τα κρασιά αυτά είναι ιδιαίτερα, όπως επίσης αρέσουν οι ελληνικές ποικιλίες. Όμως ακόμη δεν έχουμε το "δίπλωμα" που περιμέναμε, δηλαδή αυτός που αγοράζει, ας πούμε, ένα κιβώτιο Διάπορο και το πουλάει σε κάποιο εστιατόριο, δεν αγοράζει την επόμενη εβδομάδα άλλο ένα, δηλαδή δεν γυρίζει τόσο γρήγορα, κάτι που δεν συμβαίνει μόνο σε εμάς. Αν και το sell in είναι πιο εύκολο από παλιότερα, το sell out έχει μεγάλη δυσκολία: αν βάλεις ένα Μοσχοφίλερο σε μια λίστα στην Αμερική, δεν θα πουλήσει ξαφνικά τρελά, θέλει προώθηση!

 -Και ερχόμαστε στο θέμα προώθηση. Τι κάνετε για αυτό;

Έχει αλλάξει η συνολική Ευρωπαϊκή πολιτική στο θέμα του κρασιού. Παλιότερα πολλά λεφτά πήγαιναν σε παθητικά μέτρα. Πλέον πηγαίνουν σε ενεργητικά, όπως η προώθηση, δηλαδή λες: "βοηθάω εσένα, διεπαγγελματική του Ροδανού, να προωθήσεις το όνομα του Ροδανού ή εσένα, διεπαγγελματική της βόρειας Ελλάδας, για να κάνεις ένα πρόγραμμα με σκοπό να ενισχύσεις τις εξαγωγές σου σε τρίτες χώρες". Το πρόγραμμα αυτό πήγε καλά και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και στην Ελλάδα και τρέχει σε επίπεδο ΟΠΕ, δρόμων του κρασιού και ιδιωτικών οινοποιείων. Βοηθάει πολύ γιατί όταν έχεις ένα πρόγραμμα εκατό χιλιάδων και σου δίνουν τις ογδόντα είναι πολύ σημαντικό. Τι άλλο κάνουμε; Κυρίως γευστικές δοκιμές: προσπαθούμε να πάμε στα τελικά σημεία, όπως σε εστιατόρια ή κάβες, για να δοκιμάσουν οι καταναλωτές τα κρασιά μας.   Θέλω εδώ να πω ότι διαφωνώ με την ιδέα του να γκρινιάζουμε μόνο. Τα τελευταία χρόνια έχουν βγει για το θέμα του αμπελιού τα λεγόμενα σχέδια βελτίωσης. Το κράτος σε βοηθά να ενισχύσεις τον αμπελώνα σου με προγράμματα που τα έχουμε χρησιμοποιήσει κατά κόρον. Επίσης ο αναπτυξιακός νόμος βοηθούσε στην επιδότηση υποδομών στο οινοποιείο και τώρα έρχεται και το πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας που ενισχύει την προώθηση, ας μην παραπονιόμαστε λοιπόν. Εμείς αυτή τη στιγμή τρέχουμε δέκα επιδοτούμενα προγράμματα!   Παράλληλα υπάρχει καλύτερη συνεργασία: όταν έρχονται εκπρόσωποι από το υπουργείο Γεωργίας και μας ρωτάνε διάφορα πράγματα σημαίνει ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Είναι γεγονός ότι σε κάποια θέματα το υπουργείο δεν έχει την ευελιξία που θα θέλαμε, όπως μια καινούρια νομοθεσία γιατί εν έτει 2013 δουλεύουμε με εκείνη του 1960. Όμως από την άλλη μεριά, τα συλλογικά μας όργανα πρέπει να γίνουν σοβαροί συνομιλητές του κράτους και να προτείνουν λύσεις, όχι μόνο να φωνάζουν και να ζητάνε. 

-Ποια είναι η δυναμική των ελληνικών ποικιλιών αν σκεφτούμε ότι οι ξένες δουλεύονται αρκετά; Μέχρι πού μπορούμε να πάμε;

Οι ξενικές ποικιλίες ήρθαν οι περισσότερες τη δεκαετία του ’90 και είχαν μεγάλη επιτυχία στην ελληνική αγορά. Ήταν αναμενόμενο, το Cabernet ή το Chardonnay είναι βασιλιάδες: είναι ωραίες ποικιλίες, εύκολες στην καλλιέργεια, με μεγάλη δυναμική, δεν παθαίνουν αρρώστιες... Επομένως υπάρχει λόγος που επιβίωσαν παγκοσμίως. Όταν λοιπόν ήρθαν και εδώ, ο Έλληνας καταναλωτής διψούσε για ξένες ποικιλίες. Δεν γίνεται πλέον να μην υπάρχει ένα ελληνικό Cabernet ή Chardonnay. Ωστόσο θεωρώ ότι το μέλλον του ελληνικού αμπελώνα είναι οι ελληνικές ποικιλίες, γιατί είναι πολύ δυναμικές, ταιριάζουν με το φαγητό, όπου γίνεται η συνήθης κατανάλωση του κρασιού, ενώ παράλληλα μας διαφοροποιούν στον παγκόσμιο αμπελώνα, αφού ο έμπορος δεν θέλει άλλο ένα Cabernet ή ένα Sauvignon Blanc. Για παράδειγμα, το καλύτερο κρασί μας είναι οι Δύο Ελιές, ένα Merlot, το οποίο όμως δεν μπορούμε να πουλήσουμε στο εξωτερικό, γιατί κάνει δέκα ευρώ και σου λέει ο άλλος "με πέντε αγοράζω ένα Syrah από τη Νότια Αμερική που είναι εφάμιλλο".

 -Mπορούμε να συνθέσουμε μια ελληνική ταυτότητα με βάση τις ελληνικές ποικιλίες, έχουμε την απαιτούμενη οινική κουλτούρα για κάτι τέτοιο; 

Οινική κουλτούρα δεν έχουμε, αλλά την αποκτάμε κάθε μέρα, απόδειξη οι εκδηλώσεις τύπου Διονύσια που γίνεται χαμός από καταναλωτές, κυρίως νέα παιδιά. Η νεολαία πίνει πολύ κρασί, κυρίως λόγω κόστους αλλά και λόγω άποψης. Επίσης το κρασί έχει γίνει το ποτό της γυναίκας. Βέβαια, ας μη γελιόμαστε, για πολλά χρόνια η Γαλλία είχε κάνει το κρασί status symbol. Όμως ήρθαν τα κρασιά του Νέου Κόσμου, μαρκετάρανε διαφορετικά το κρασί και το άπλωσαν σε όλη την κοινωνία κι έτσι έγινε πιο προσιτό στον καταναλωτή. Σίγουρα το κρασί χρειάζεται μια γνώση για να το εκτιμήσεις, στο τέλος της ημέρας όμως σημασία έχει αν σου αρέσει να το πίνεις. Δεν μπορούμε να περιμένουμε από τον καταναλωτή να ξέρει τη διαφορά ανάμεσα στο Μοσχοφίλερο και το Chardonnay ή το Sauvignon Blanc. Εμείς πρέπει να του δώσουμε ένα κρασί που να τον ευχαριστεί, να είναι εύκολο, να τον κάνει να αισθάνεται ωραία και να το έχει στο τραπέζι του.  

-Τι λέτε για την προσπάθεια να γίνει η Ελλάδα γαστρονομικός προορισμός; 

Συζητάμε με τον ΣΕΤΕ, γιατί είναι μια πολύ καλή ιστορία όχι μόνο ως οινοτουρισμός που είναι ένα πακέτο από μόνο του το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο του προϊοντικού τουρισμού. Το θέμα είναι κατά πόσο το κρασί μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη συνολική καμπάνια: μέχρι τώρα έβλεπες στις ταμπέλες του ΕΟΤ δύο ποτηράκια κρασί και μια καράφα, κάτι που περνούσε ότι το κρασί είναι χύμα, ενώ θα μπορούσε να δείχνει μια φιάλη, όχι επώνυμη.  

-Γιατί δαιμονοποιείτε το χύμα; 

Το ανώνυμο χύμα κρασί στην πλειοψηφία του δεν ελληνικό: είναι ιταλικό, βουλγάρικο ή ότι άλλο. Γίνεται χαρμάνι με ελληνικά κρασιά και πωλείται ως ελληνικό. Εμείς θέλουμε να είναι επώνυμο, κι ας είναι πεντόκιλο.  

-Στη συλλογική μας μνήμη ωστόσο έχει περάσει το ταβερνάκι στο οποίο τι σερβιριζόταν; Μήπως ένας έξυπνος τρόπος θα ήταν να δούμε πώς μπορεί να ενταχθεί στις σημερινές απαιτήσεις; 

Μιλάμε για το επώνυμο ελληνικό κρασί και φυσικά δεν μας αρέσει όταν ο ταβερνιάρης στη Σαντορίνη λέει local wine και σερβίρει κρασί από τα Σπάτα. Ας το πει σκέτο wine. Επίσης πρέπει να διακινείται σε ειδικές πεντόκιλες ή δεκάκιλες συσκευασίες, όπου τηρείται μια βασική υγιεινή και να αναγράφεται για να ξέρει ο καταναλωτής τι πίνει. Αν στη Μαντινεία πουλάς για Μοσχοφίλερο ένα άλλο κρασί, η εντύπωση που αποκτά ο καταναλωτής είναι λανθασμένη. Επομένως δεν μιλάω για εμφιαλωμένα αλλά για επώνυμα κρασιά ακόμα και σε συσκευασία πεντόκιλου. Εξάλλου δεν μπορείς στο ταβερνάκι να πεις "βάλε Γεροβασιλείου".  Από την άλλη, τη δεκαετία του ’90 όλα τα μικρά κρασιά θέλησαν να διαφοροποιηθούν και πέρασαν στον καταναλωτή την ιδέα ενός snob appeal. Αν έπινες εμφιαλωμένο μικρού παραγωγού, ήξερες, ήσουν εύπορος, αλλά αυτό γύρισε μπούμερανγκ, όχι τώρα αλλά και προ κρίσης, γιατί αντί να φέρουν κοντά τον καταναλωτή τον απομάκρυναν. 

-Ζούσαμε σε μια φούσκα που χωρούσε και λίγο σνομπισμό…  

Ναι και δείτε πού καταλήξαμε και εμείς και η ελληνική οινοποιία. Στο τέλος της ημέρας όλοι οι μικροί παραγωγοί ήθελαν να γίνουν Μπουτάρης στη θέση του Μπουτάρη, καθώς βάλθηκαν να αυξήσουν τους όγκους τους. Λίγοι ήταν -οι επιτυχημένοι σήμερα- εκείνοι που είπαν “εγώ θέλω να κάνω τριάντα χιλιάδες φιάλες και αυτές είναι”, όπως ο Γεροβασιλείου.   Πόσοι παραγωγοί πήγαιναν στον τοπικό συνεταιρισμό, αγόραζαν τριάντα τόνους και έβαζαν πάνω κτήμα Χ και το πουλούσαν αναλόγως; Αυτό που ζητάμε, για να γυρίσουμε στο θέμα της συνεργασίας, από το υπουργείο είναι η δημιουργία ελέγχων. Εμείς προτείνουμε να γίνει ότι ισχύει σε όλα τα μέρη του κόσμου: ενίσχυση των επαγγελματικών οργανώσεων σε τοπικό επίπεδο, οι οποίες θα αυτοελέγχονται, δηλαδή εμείς, οι παραγωγοί της Νάουσας, θα ελεγχθούμε τοπικά, δεν θα περιμένουμε κάποιο υπουργείο από την Αθήνα. 

 -Λένε ότι οι οινοποιοί είναι οραματιστές και αιθεροβάμονες, έχετε κάτι από αυτά; 

Οραματιστής, αιθεροβάμων, ματαιόδοξος! Γενικά ο οινοποιός είναι λίγο βαρεμένος για τον απλούστατο λόγο ότι το όνομά του είναι στο τραπέζι του φαγητού. Όλοι λοιπόν θεωρούμε ότι έχουμε τα καλύτερα κρασιά του κόσμου κι αυτό φαίνεται από το πόσο πολύς κόσμος θέλει να κάνει το δικό του κρασί: βλέπεις, ας πούμε, ένα γιατρό που μένει στους Θρακομακεδόνες, βάζει δύο βαρελάκια, έρχονται οι φίλοι του και τους βγάζει το δικό του κρασί. Αυτό σε μέγιστο βαθμό το έχουμε εμείς, όταν λέμε ότι θέλουμε να φτιάξουμε το καλύτερο κρασί στον κόσμο. Προσοχή, δεν λέω να κερδίσω περισσότερο ή να πλουτίσω!

 -Σας ενδιαφέρουν τα βραβεία; 

Όχι ιδιαίτερα γιατί είναι ένας τρόπος μάρκετινγκ, ένα εργαλείο που κάποιοι το χρησιμοποιούν, άλλοι όχι. Έχει πάρει κάποιο βραβείο το Chateau Margaux; Για μένα σημασία έχει να δημιουργήσεις ένα όνομα σε παγκόσμιο επίπεδο. Το κρασί είναι μια δουλειά που είσαι περαστικός: εγώ κληρονόμησα ένα αμπέλι από τον πατέρα μου και το φυτεύω για τα παιδιά μου. Είμαι τώρα 47 χρονών και θα είμαι 70 όταν το αμπέλι θα είναι καλό, άρα το θέμα της συνέχειας είναι πολύ σημαντικό σε κρασιά υψηλού επιπέδου.

 -Ο πατέρας σας εμπλέκεται ακόμα; 

Από το 2004 που ανέλαβα το οινοποιείο στην ουσία έκανε πίσω. Με άφησε να τα κάνω όλα μόνος μου. Πάντα έρχεται, συζητάμε, τώρα φυσικά πολύ λιγότερο, αλλά είναι εκεί. 

-Σκέφτεστε κι εσείς στο μέλλον να ασχοληθείτε με τα κοινά;

 Μόνο στον κλάδο μου. Θεωρώ ότι είναι ευθύνη να ασχοληθείς με κάποια πράγματα που θα βοηθήσουν να γίνει καλύτερη χώρα, για να το πω λίγο μελοδραματικά. Μαλώνω πολλές φορές με φίλους μου που λένε "θα πάω στην Αμερική να ζήσω, εδώ είναι χάλια". Φτιάξε καλύτερα τα πράγματα. Βάλε το λιθαράκι σου. Γίνε ενεργός πολίτης!

 -Θεωρείτε τον εαυτό σας αντισυμβατικό; 

 Είμαι μάλλον συντηρητικός. Οι γενιές εξελίσσονται: ο πατέρας μου είναι τρομερά αντισυμβατικός και μάλλον εγώ θα έπρεπε να γίνω συμβατικός. Είναι σαν μια αντίδραση σε αυτό που βλέπεις. 

-Το πιο ακραίο πράγμα που έχετε κάνει; 

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι έτσι γρήγορα, μάλλον γιατί δεν έχω κάνει (γέλια). 

-Σε τι μοιάζετε και σε τι διαφέρετε από τον πατέρα σας; 

Ο πατέρας μου είναι πάρα πολύ γρήγορος, ενώ εγώ όχι. Μοιάζουμε στην εστίασή μας σε κάποια πράγματα όπως στη συνεννόηση, που είναι πολύ εύκολη μεταξύ μας. Έχουμε πολλές κοινές απόψεις στο πώς πρέπει να πάει η δουλειά, στην οικογένεια, αλλά στο χαρακτήρα είμαστε πολύ διαφορετικοί. Ο πατέρας μου πάλι είναι πολύ πιο εκρηκτικός, εγώ πάλι είμαι πιο συναινετικός. Πάντως είμαστε πολύ καλοί με τους ανθρώπους και οι δύο, έχουμε ευκολία στις σχέσεις μας. Επίσης δεν μπορούμε να πούμε εύκολα όχι. 

-Θέλατε τελικά να γίνετε οινοποιός; 

Είναι μια μεγάλη ιστορία, ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας αλλά μεγαλώνοντας σε αυτό το περιβάλλον τελικά μπήκα στη δουλειά. Όταν ήμουν δευτεροετής στο πανεπιστήμιο έκανα αίτηση για να πάω στο Columbia Architecture School και την είχα ετοιμάσει αλλά δεν την έστειλα ποτέ. 

-Θα βγούμε από την κρίση, τι λέτε; 

Φυσικά, αν δουλέψουμε και κάνουμε τα πράγματα που πρέπει. 

-Γιατί, δεν δουλεύουμε; 

Θέλει πιο πολύ. Το να δουλέψω και να φτιάξω ένα καλό κρασί είναι ένα μέρος. Το να βοηθάω ως ενεργός πολίτης στα συλλογικά όργανα είναι κάτι έξτρα, που δεν σε πληρώνει κανείς, αλλά θα βοηθήσει να βγούμε από την κρίση. Το να δουλεύω και να βγάζω κρασιά στην Ελλάδα είναι σίγουρα καλό αλλά χρειάζεται να κάνω την υπέρβαση και να πάω στο εξωτερικό να πουλήσω. Και βέβαια η Ελλάδα δεν θα είναι η χώρα που ήταν, μη γελιόμαστε. Και η Αμερική βγήκε από την κρίση του 2009 αλλά δεν είναι η ίδια. Αλλά τι εννοούμε να μην υπάρχει κρίση; Πρώτα από όλα η ανεργία από το 25% να πάει στο 6%. 

-Πώς θα γίνουν επενδύσεις σε υφεσιακό περιβάλλον; 

Θέλει πιο έξυπνα πράγματα. Άκουσα κάποιον να λέει ότι θα μετακομίσουν στο κέντρο τα γραφεία τους και θα έχουν κάποιο tax free, αυτό είναι έξυπνο, εφόσον το κέντρο έχει πρόβλημα. Πώς θα πείσεις κάποιον επιχειρηματία να πάει εκεί; Δώσε του τη δυνατότητα. Και πιο εύκολες εργασιακές σχέσεις. 

-Αφού ήδη αυτές έχουν ήδη απορρυθμιστεί… 

Έχω έναν εργαζόμενο και όταν είναι στο αμπέλι πρέπει να είναι στον ΟΓΑ. Όμως  όταν βρέχει και έρχεται μέσα και εμφιαλώνει, πρέπει να είναι στο ΙΚΑ. Πρέπει να λοιπόν να τον ασφαλίσω και στα δύο ταμεία και ανάλογα με την ημέρα οφείλω να πηγαίνω στο ΙΚΑ ή στον ΟΓΑ για να τον γράφω. Αυτό δεν είναι αντιπαραγωγικό; Ας μου δώσει τη δυνατότητα το κράτος να τον έχω σε ένα ταμείο, το οποίο ας είναι κοινό για όλους τους εργαζόμενους και από εκεί και πέρα ας υπάρχουν και τα επικουρικά.   Το εργασιακό θέμα πράγματι είναι πολύ ευαίσθητο. Ο Έλληνας είναι δέκα φορές πιο σκληρά εργαζόμενος από τον Γερμανό. Είναι οι δομές που μας κρατάνε πίσω. 

-Έχετε κάνει περικοπές; 

Έχω κόψει τον 15ο μισθό - έδινα 15-16 μισθούς σαν μπόνους. Επειδή στον τρύγο δουλεύουν και Σαββατοκύριακα, έδινα ένα μισθό μπορεί και δύο στις καλές εποχές. Τι λέω; Το να μειώσεις 10%, είναι μια οικονομία της τάξης των 35-40 χιλιάδων. Όμως το πενηντάρικο που θα κόψεις στον άλλο είναι το δώρο του παιδιού του. Θα μου πεις, δεν είσαι καλός επιχειρηματίας έτσι. Ε, δεν είμαι!   -Δηλαδή τι σημαίνει για εσάς καλός επιχειρηματίας;   Θέλω να έχω μια εταιρεία καινοτομική και κοινωνικά υπεύθυνη. Η καινοτομία είναι βασική, πρέπει να είναι ζητούμενο η αλλαγή, να θέλουμε συνέχεια κάτι καλύτερο. Το άλλο είναι η κοινωνική ευθύνη με όποια έννοια: είτε ως πράσινη ανάπτυξη είτε ως φροντίδα: προσέχεις τους ανθρώπους που δουλεύουν για σένα για να σε προσέχουν και αυτοί. 

-Όταν αποτυγχάνετε πώς αντιδράτε; 

Τα βάφω μαύρα. Αλλά τραβάω παραπέρα. 

-Και τι φοβάστε περισσότερο;

 Την αποτυχία λοιπόν (γέλια).  

-Και τέλος, τι να περιμένουμε από την Κυρ-Γιάννη; 

Έχουμε πολλά πράγματα στα σκαριά αλλά το σημαντικότερο είναι ένα μεγάλο Ξινόμαυρο, ένα κρασί το οποίο θα μπορεί να σταθεί στο διεθνή χώρο. Από τη χρονιά του '11, η οποία θα βγει το 2014-15, έχουμε τα πρώτα καλά δείγματα. Επίσης το 2012 μου έδωσε μεγάλη ικανοποίηση το λανσάρισμα του Ακακίες sparkling. Βγάλαμε ένα προϊόν που το δουλεύαμε τρία χρόνια και ήταν επιτυχία, καθώς δημιουργεί μια καινούρια κατηγορία. Είναι φθηνό, ευκολόπιοτο, ελληνικό και πολύ γυναικείο. Απευθύνεται σε γυναίκες 25-45 ετών, που μετά τη δουλειά αντί για καφέ πίνουν δύο ποτηράκια Ακακίες και γυρίζουν χαρούμενες στο σπίτι τους!


πηγή: fnl-guide.com

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.